15 Απρ 2013

Αντιαμερικανισμός και Αντιγερμανισμός

 Γράφει ο

Νικηφόρος Μαλεβίτης



Το δεύτερο μισό του 20ου αιώνα αναπτύχθηκε και τελικά επικράτησε στην Ελλάδα η ιδεολογία του τυφλού αντιαμερικανισμού. Οι ρίζες της βρίσκονται στην Αριστερά, καθώς οι Ηνωμένες Πολιτείες, εκτός από αντίπαλον δέος στη «γλυκιά πατρίδα» του Σοσιαλισμού, συνέβαλλαν καθοριστικά και στην στρατιωτική και πολιτική ήττα του ΚΚΕ, με το Σχέδιο Μάρσαλ και την υποστήριξη που παρείχαν στον Εθνικό Στρατό, τα χρόνια του Εμφυλίου. 



Στα χρόνια που ακολούθησαν, ο αντιαμερικανισμός επεκτάθηκε και στις κεντρώες δυνάμεις, καθώς η Ουάσινγκτον θεωρήθηκε υπεύθυνη για τις εξωθεσμικές παρεμβάσεις που υπονόμευσαν τη λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος στη χώρα μας. 

Με αφορμή τη φιλική στάση της Αμερικής απέναντι στη Δικτατορία των Συνταγματαρχών, ο αντιαμερικανισμός έγινε επίσημο δόγμα της μεταπολίτευσης και μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου διαχύθηκε σε όλες τις πολιτικές παρατάξεις.

 Οι πορείες προς την «Πρεσβεία» υπό το σύνθημα «Φονιάδες των Λαών, Αμερικάνοι» έγιναν θεσμός. Αμερικανοί αξιωματούχοι δολοφονήθηκαν, αστερόεσσες κάηκαν σε τελετουργικές πυρές, αντιαμερικανικές διαδηλώσεις χειροκροτήθηκαν από τα μίντια για τον παλμό και τον όγκο τους.

Με την οικονομική κατάρρευση, ο αντιαμερικανισμός σχεδόν ξεχάστηκε. Μάλιστα, ο κ. Τσίπρας έγινε ο πρώτος ηγέτης ελληνικού αριστερού κόμματος που εγκωμίασε δημοσίως αμερικανική κυβέρνηση, παρουσιάζοντας ως επιτυχές πρότυπο την διαχείριση της κρίσης από τον κ. Ομπάμα. Αφού λοιπόν βάλαμε μία άνω τελεία στην ιστορία του ελληνικού αντιαμερικανισμού, ίσως ήλθε και η ώρα για μία ιστορική αποτίμηση του φαινομένου. 

Χωρίς να διάθεση να παραγνωρίσουμε τις παρεμβάσεις της Ουάσινγκτον στα εσωτερικά της χώρας μας, αλλά και τα εγκληματικά ατοπήματα της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής στον κόσμο, αξίζει να αναρωτηθεί κανείς σε πιο βαθμό ο αντιαμερικανισμός αποτέλεσε βολικό «κατασταλτικό» για τις δικές μας τύψεις. 

Για παράδειγμα, είναι επώδυνο να χωνέψουμε την άβολη αλήθεια ότι η δικτατορία δεν θα στέριωνε στη χώρα μας για επτά χρόνια χωρίς την ανοχή της πλειοψηφίας του ελληνικού λαού και πολύ πιο εύκολο να αποδώσουμε το σύνολο των ευθυνών σε εξωτερικούς εχθρούς. 

Επιπλέον, αν η παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και των δημοκρατικών ελευθεριών από τις ΗΠΑ ήταν το ειλικρινές κίνητρο της «άδολης» ελληνικής αντίδρασης, τότε γιατί υποστηρίξαμε κάθε χασάπη και δικτάτορα της οικουμένης, μόνο και μόνο επειδή ήταν αντιαμερικανός; 

Γιατί κλείσαμε τα μάτια στη σφαγή της Σρεμπρένιτσα από «τ’ αδέλφια μας», τους Σέρβους, γιατί αγνοήσαμε την καταπάτηση κάθε πολιτικής ελευθερίας στη Ρωσία και γιατί ευχηθήκαμε να «φάει» όσους περισσότερους Αμερικανούς γίνεται ο Σαντάμ, ο οποίος, υπενθυμίζω, είναι ο μοναδικός ηγέτης στον κόσμο που επιτέθηκε εναντίον πολιτών του κράτους του με χημικά όπλα;

Το κυριότερο είναι ότι πρέπει να αναρωτηθούμε αν η βολική μεν, αλλά ενίοτε υποκριτική και ενίοτε παρανοϊκή στάση του τυφλού αντιαμερικανισμού ωφέλησε τα συμφέροντα της χώρας. Τι επιπτώσεις είχε στις ξένες επενδύσεις, στον τουρισμό από την Αμερική, στην αντιμετώπιση των ελληνικών θέσεων σε ζητήματα εξωτερικής πολιτικής.

Το ερώτημα δεν είναι θεωρητικό, ούτε αφορά μόνο τους ιστορικούς. Τη θέση του τυφλού αντιαμερικανισμού στο δημόσιο λόγο ήδη καταλαμβάνει ο τυφλός αντιευρωπαϊσμός και αντιγερμανισμός.

 Πάλι μιμούμαστε τους γραφικούς ισλαμιστές, μόνο που καίμε Γερμανικές, αντί για αμερικανικές, σημαίες. Το χειρότερο δεν είναι η υποκρισία αυτής της στάσης, αφού όσο οι Γερμανοί μας έδιναν δεκάδες δισ. σε επιδοτήσεις, ήμασταν «φίλοι», ενώ τώρα θυμηθήκαμε ότι μας καταπιέζουν.

 Δεν είναι καν ότι η στάση μας είναι πανομοιότυπη με εκείνη ανθρώπων όπως ο κ. Σόιμπλε, ο οποίος φαίνεται να πιστεύει ότι το έθνος του είναι ηθικά ανώτερο και αδιάφθορο, εξ ου και υπόλοιποι το εχθρεύονται και το ζηλεύουν. Το χειρότερο είναι ότι όταν οι κραυγές και η επιλεκτική επίκληση του παρελθόντος υποκαθιστούν τη λογική, τότε βλάπτονται τα συμφέροντα της χώρας μας.

 Ας έχουμε κατά νου, λοιπόν, ότι αν τα έθνη άφηναν τις τραγωδίες του παρελθόντος να καθορίζουν την εξωτερική τους πολιτική, τότε η Γερμανία και η Γαλλία δεν θα έπρεπε καν να έχουν διπλωματικούς δεσμούς.

Και ας θυμηθούμε ότι όλες οι επιτυχίες της Ελλάδας στην εξωτερική πολιτική οφείλονται στο ρεαλισμό και όλες οι μεγάλες συμφορές (1897, 1974) στο γεγονός ότι ακούσαμε τις Σειρήνες του λαϊκισμού και του μαξιμαλισμού. 


Πηγή:www.reporter.gr


to synoro blog

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...