14 Σεπ 2012

Τι άκουγαν στη χούντα; Έλα ντε…


Είναι θλιβερό 45 χρόνια μετά το πραξικόπημα και 38 μετά την πτώση της χούντας να μην είναι σε θέση ορισμένοι να πουν δυο λόγια σαφή και καθαρά, και πάνω απ’ όλα νηφάλια και ιστορικώς τεκμηριωμένα, για τα θέματα της επταετίας. Αφορμή, για τα λίγα που θ’ ακολουθήσουν, παίρνω από το άρθρο της Χάρης Ποντίδα στην εφημερίδα Τα Νέα Σαββατοκύριακο (21-22 Απριλίου 2012), στο ένθετο Νσυν, που είχε-έχει τίτλο «Τι άκουγαν στη χούντα». Ένα κείμενο που επιχειρεί –υποτίθεται– να μας ξεναγήσει στο μουσικό περιβάλλον της εποχής


Το άρθρο δεν ξεκινάει καλά, όταν στο lead του διαβάζουμε π.χ. για το «ναρκοπέδιο της λογοκρισίας το 1967». Λες και δεν υπήρχε λογοκρισία πριν το ’67 και μετά τα ’74, λες και η χούντα είχε την ίδια λογοκριτική πολιτική καθ’ όλη τη διάρκεια της επταετίας. Λες και η προληπτική λογοκρισία δεν είχε αρθεί από το Φθινόπωρο του 1969. Ψιλά γράμματα… για να δούμε πόσες φορές θα το πούμε ακόμη.
 
Διαβάζουμε εν συνεχεία πως «εκείνη ακριβώς την εποχή δρα υπογείως η δύναμη μιας νέας γενιάς με Σαββόπουλο, Μαρκόπουλο, Κουγιουμτζή, Μούτση, Κηλαηδόνη, Λοΐζο, Λεοντή κ.ά. που, παρά τη σκληρή λογοκρισία της εποχής, γράφουν αριστουργηματικά τραγούδια. Το ίδιο και καταξιωμένοι συνθέτες όπως ο Χατζιδάκις, ο Πλέσσας, ο Σπανός, ο Ξαρχάκος...». Κι ενώ δεν ξεκαθαρίζεται για ποιαν ακριβώς εποχή συζητάμε (για το ’67, το ’72, ή το ’74;), δεν αντιλαμβανόμαστε κιόλας πώς είναι δυνατόν να γράφονται «αριστουργηματικά τραγούδια», παρά την «σκληρή λογοκρισία της εποχής». Γιατί αν υπήρχε «σκληρή λογοκρισία» τα τραγούδια μπορεί ναι μεν να γράφονταν, αλλά δεν θα τ’ ακούγαμε· άρα δεν θα γινόταν να συμπεράνουμε πως ήταν «αριστουργηματικά»
 
Οι Σαββόπουλος, Μαρκόπουλος, Μούτσης και Λοΐζος κυκλοφορούσαν τους δίσκους τους δίχως πρόβλημα, τα τραγούδια τους γίνονταν επιτυχίες γιατί μεταδίδονταν από το (χουντικό) ραδιόφωνο και τη (χουντική) τηλεόραση, ενώ κάποιοι απ’ αυτούς τους συνθέτες, όπως ο Γιάννης Μαρκόπουλος π.χ. έδιναν και ανοιχτές συναυλίες στα Διονύσια και στο Σπόρτινγκ (1972). Για δε τον Χατζιδάκι τα έχουμε πει. Ποια λογοκρισία και τρίχες κατσαρές;
 
 Ο άνθρωπος είχε ηχογραφήσει την πρώτη εκδοχή του «Σκληρού Απρίλη του ’45» υπό τας ευλογίας του χουντικού ΕΟΤ, τον Οκτώβριο του 1972, ενώ και ο Ξαρχάκος έδινε κι αυτός ανενόχλητος συναυλίες ήδη από το 1969 (παρουσιάζοντας, μάλιστα, τη Δήμητρα Γαλάνη). Αντιλαμβάνεστε λοιπόν πως εκείνο το «δρα υπογείως» είναι τελείως μπαρούφα. Τα πάντα συνέβαιναν υπό το φως των προβολέων.
Παρακάτω διαβάζουμε: «Την ώρα που ο κόσμος όλος ερχόταν ανάποδα στα τέλη του ’60 –το Βιετνάμ, η εισβολή στην Τσεχοσλοβακία, ο Μάης του ’68, η έξοδος[sic] των χίπις, το LSD[sic], οι μεγάλες συναυλίες της ροκ στο Σαν Φρανσίσκο[sic] κ.ά.–, εμείς εδώ συνεχίζαμε το ‘πάρτι’ με άγρια ξενύχτια, βουνό τα πιατικά στην Παραλιακή και παρελάσεις αρμάτων στις Ολυμπιάδες Τραγουδιού. Καλό είναι να θυμάται κανείς;».
 
 Φυσικά είναι καλό να θυμάται κανείς, αλλά τι ακριβώς να θυμάται; Να θυμάται ό,τι συνέβαινε ή μήπως τις κοτσάνες του ενός και του άλλου; Δεν έχει πάρει τίποτα το αυτί της κυρίας Ποντίδα περί Πουλικάκου και LSD; Ας χτυπήσει τις λέξεις στο google και ας διαβάσει τα λεγόμενα του Πουλικάκου, για το πώς πορεύτηκε το LSD στην Ελλάδα επί χούντας. Εδώ, ο Πάνος Σαββόπουλος μέχρι και σχετικό κομμάτι συνέθεσε στο «Επεισόδιο», το 1971 (“Lord Simson Dark”). 
 
Δεν έχει ακούσει τίποτα για hippies και Μάταλα η κυρία Ποντίδα, που, την περίοδο της χούντας, ήταν παγκόσμιο «χίπικο» κέντρο; Και γιατί ανακατεύει τις Ολυμπιάδες Tραγουδιού, που ήταν πολύ σοβαρές όσον αφορά στο καλλιτεχνικό τους μέρος, με τις όντως βλακώδεις Εορτές Πολεμικής Αρετής των Ελλήνων; Έτσι, για να έχουμε να λέμε…
Οι ανακρίβειες του κειμένου είναι τόσες και τέτοιες που γενικώς… χάνεται η μπάλα.
Διαβάζουμε πως «στην Παραλιακή συνεχίζουν να παίρνουν φωτιά τα τέλια με τη φόρα που τους έδιναν ονόματα όπως του… Χιώτη, της Μαίρης Λίντα», όταν επί χούντας (1967-68) ο Χιώτης ήταν στην Αμερική, ενώ όταν επέστρεψε και μέχρι να πεθάνει (Μάρτιος του ’70) ήταν μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας. Διαβάζουμε για το «‘Πού ναν' ο ίσκιος σου Θεέ’… σουξέ που είχε βραβευτεί και στην 3η Ολυμπιάδα Τραγουδιού του 1969», όταν ακόμη και στην πίσω πλευρά τού –δανεισμένου από το Δισκορυχείον– εξωφύλλου που εικονίζεται, αναγράφεται φαρδιά-πλατιά πως το εν λόγω τραγούδι βραβεύτηκε στην 2α Ολυμπιάδα, εκεί όπου πάλι συγχέεται η Ολυμπιάδα με τις Εορτές Πολεμικής Αρετής («εν μέσω πυροτεχνημάτων, λογυδρίων στρατιωτικών επιδείξεων και εθνικών χορών»). 
 
 
Διαβάζουμε πως «τα ‘Τραγούδια του δρόμου’ του Λοΐζου (που έτυχε να κυκλοφορήσουν την εποχή του πραξικοπήματος) αποσύρθηκαν από τα καταστήματα δίσκων», όταν είναι γνωστό πως ο δίσκος κυκλοφόρησε για πρώτη φορά στα τέλη του ’74/αρχές του ’75 (επί Μεταπολίτευσης δηλαδή) και πως ποτέ δεν αποσύρθηκε. Διαβάζουμε πως «λέξεις όπως ‘ελευθερία’ απαγορεύονταν διά ροπάλου στους στίχους», ασχέτως αν το «άμα λευτερωθεί η Κρήτη/ θα λευτερωθεί κι εμένα η καρδιά μου» (του Μάνου Χατζιδάκι, από τον «Καπετάν Μιχάλη») ήταν κάτι σαν ύμνος της χούντας, αφού το είχαν τραγουδήσει, μέσα στην επταετία, η Κλειώ Δενάρδου, η Λίτσα Σακελλαρίου, η Ξανθίππη Καραθανάση (σε ενορχήστρωση Γιώργου Μουζάκη!), o Πάνος Κόκκινος με τους Faces, η Νάνα Μούσχουρη και η Μαρίνα… 
 
Αλλά και ο Σαββόπουλος πώς αφέθηκε στο «Μπάλλο» να πει «γουστάρω ελεύθερη και πλούσια ζωή» και «ελευθερία ή θάνατος/ ο κόσμος είν’ αδιάβατος» και λίγο αργότερα στο «Βρώμικο Ψωμί» να ξανατραγουδήσει «νόμιζα πως ήμουν ελεύθερο πουλί/ και όμως ελεύθερη ήσουν μονάχα εσύ»; Γιατί εκείνον δεν τον έκοψε η λογοκρισία; 
 
Εδώ ο Νίκος Μαμαγκάκης κυκλοφόρησε ολάκερο δίσκο με τον τίτλο «Αγωνιστές της Λευτεριάς» (1971) και λίγο αργότερα (1972) έκανε κι ένα δίσκο πάνω σε ποίηση του (κομμουνιστή) Γιάννη Ρίτσου, το «11 Λαϊκά Τραγούδια», όπου ακούμε μάλιστα τον Πουλόπουλο να τραγουδά για «πέντε οκάδες κόκκινα σταφύλια» και για «κόκκινες φωνές και ιδρώτας»! Πάλι καλά δηλαδή πως δεν μάθαμε ότι απαγορευόταν δια ροπάλου και η λέξη «κόκκινο»…
 
 
Τα ανάλογα παραδείγματα είναι δεκάδες, δίχως αυτό να σημαίνει πως δεν υπήρχε λογοκρισία και επί Χούντας (όπως υπήρχε και επί Μεταπολίτευσης και επί Αλλαγής). Άλλο αυτό όμως, και άλλο να πετάμε μια κουβέντα στον αέρα –του τύπου «λέξεις όπως ‘ελευθερία’ απαγορεύονταν διά ροπάλου»– και όποιον πάρει ο χάρος…
 
 
Θυμάμαι μάλιστα κι ένα σχετικό γελοίο παράδειγμα από το Δίφωνο (τεύχος 160, Απρίλιος 2009), όπου κάποιος Μιχάλης Γελασάκης σ’ ένα αφιέρωμα στον Νίκο Καββαδία έγραψε σχετικώς αναφερόμενος στο «Επεισόδιο» (1971) του Πάνου Σαββόπουλου (η έμφαση δική μου): «Το ποίημα που μελοποιήθηκε ήταν η Αρμίδα, φυσικά λογοκριμένο από τη χούντα. Στο τραγούδι αναφέρεται ότι το πειρατικό είναι φορτωμένο με κρασί και όχι με χασίς, όπως στο πρωτότυπο και αργότερα ακούγεται ότι το φορτίο θα το έχουμε κοπανήσει και όχι καπνίσει»
 
Παρακάτω όμως ο Γελασάκης, όταν αναφέρεται στο «Σταυρό του Νότου» (1979) συμμαχεί απ’ ό,τι φαίνεται με τους μετα-πολιτευτικούς λογοκριτές και κάνει γαργάρα το γεγονός πως στο «Ένας νέγρος θερμαστής από το Τζιμπουτί» ακούμε τον Παπακωνσταντίνου να τραγουδά «Μου ’λεγε πώς καπνίζουνε στο Αλγέρι τον καπνό» αντί για «μου ’λεγε πως καπνίζουνε στο Αλγέρι το χασίς». Εκεί δεν υπάρχει ούτε «φυσικά», ούτε «αφύσικα»… Αυτά τα πράγματα (τα δύο μέτρα και δύο σταθμά) δεν συνιστούν έρευνα, συνιστούν μία αηδία και μισή.
Ενώ το κείμενο έχει να κάνει υποτίθεται με τα τραγούδια της χούντας, αναφέρεται εντός και η «Οδός Αριστοτέλους», που προέρχεται από τα τέλη του ’74 (είναι δηλαδή μετά τη χούντα) και όχι γενικώς από «το ’74», ενώ παρακάτω διαβάζουμε πως παρά «την αστυνομική επιτήρηση της μουσικής, από την αρχή της δικτατορίας» θα «ξεπεταχτούν συγκροτήματα όπως οι Socrates Drank the Conium, Πελόμα Μποκιού, Νοστραδάμος, Poll, Εξαδάκτυλος», από τη στιγμή που είναι γνωστό πως τα γκρουπ αυτά (και άλλα τόσα και περισσότερα) καλοπέρασαν επί χούντας με εμφανίσεις στην τηλεόραση, με tv-παρουσιάσεις συναυλιών, με εξώφυλλα σε οικογενειακά περιοδικά, με… με… με…
 
 
 Μαθαίνουμε ακόμη και για το «πραγματικό ελληνικό ροκ» του Σαββόπουλου, λες και του Ρωμανού, που είχε προηγηθεί, ήταν… φανταστικό (ναι ήταν), ενώ πληροφορούμαστε πως ο... Άσημος «στις αρχές του ’70 ήταν στα… βαρέα και ανθυγιεινά του ελληνικού ροκ», όταν ο Άσιμος (και όχι «Άσημος»), εκείνη την εποχή, δεν είχε την παραμικρή σχέση με το ροκ. Μετά απ’ αυτά το ότι βλέπουμε, στις φωτογραφίες, ανύπαρκτο εξώφυλλο «χαρακτηριστικού δίσκου» των Poll είναι το λιγότερο…
Και σαν να μην έφθαναν τα προηγούμενα έρχεται και η Ρούλα Γεωργακοπούλου να μας αποτελειώσει μ’ ένα μονόστηλο, που φιλοξενείται στο ίδιο τυπογραφικό σαλόνι. Εκεί, μέσα σε λίγες αράδες, μαθαίνουμε πως η λογοκρισία (της χούντας προφανώς) δεν ανέκοψε «την επιρροή του Νέου Κύματος», όταν είναι γνωστόν(;) 
 
πως το Νέο Κύμα το ενταφίασε ο ηλεκτρισμός που μπήκε στις μπουάτ (δεν είχε καμμιά πρεμούρα η λογοκρισία να το ανακόψει), διαβάζουμε το ακατανόητο πως «παραλλαγή πάνω στο ίδιο θέμα (σ.σ. εννοεί το Πατρίς-Θρησκεία-Οικογένεια) ήταν και ο ήχος από πέταλα αλόγων (το ένα άσπρο, το άλλο μαύρο) που αξιώθηκε τη φωνή ενός Γρηγόρη Μπιθικώτση», και πως «για να αποπροσανατολίσουν τους λογοκριτές, η Columbia δειγμάτιζε τις νέες κυκλοφορίες της με μουσική τίτλων από τη ‘Συννεφιασμένη Κυριακή’ του Βασίλη Τσιτσανη, η Odeon Parlophone (πρόδρομος της MINOS) με τους ‘Γλάρους’ του Πάνου Γαβαλά ενώ η LYRA του πεφωτισμένου Πατσιφά έκανε intro το ‘Ρολόι’ του Γιώργου Ρωμανού».
 
 Αυτό το τελευταίο είναι η μεγαλύτερη μπαρούφα που έχω διαβάσει τον τελευταίο καιρό. Ότι δηλαδή οι πληρωμένες διαφημιστικές εκπομπές του Λαμπρόπουλου, του Μάτσα και του Πατσιφά λειτουργούσαν ως… αντιστασιακά μετερίζια. Μπροστά σ’ αυτό το να παρουσιάζεται το «καθεστωτικό[sic] ‘Πού ναν' ο ίσκιος σου Θεέ’ της Κλειώς Δενάρδου» ως τραγούδι του Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης (όπως είπαμε πιο πάνω ακούστηκε στην 2α Ολυμπιάδα) είναι μία ασήμαντη λεπτομέρεια…
Κρίμα το δίφραγκο..

 http://diskoryxeion.blogspot.gr

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...