28 Νοε 2012

Η Μαγεία και η μαγική αντίληψη στην τέχνη


ο θάνατος του Τάλω
του Γεράσιμου Γ. Γερολυμάτου
Η πνευματική δράση της μαγικής δύναμης, αποκαλύπτεται χαρακτηριστικά στο μύθο[1], που διασώζει ο Απολλώνιος ο Ρόδιος, και διηγείται το θάνατο του χάλκινου γίγαντα Τάλω στην Κρήτη από τη βασκανία της μάγισσας Μήδειας. Ας παρακολουθήσουμε την τρομερή σκηνή:
«...βάσκανε με τα ολέθρια βλέμματά της μόνο
Τα μάτια του χαλκόφτιαχτου του Τάλω
Κι από άγριον θυμόν έβραζε μέσα της,
και του΄στειλε με μίσος ακράτητον,
αγνώριστες, πλάνες φαντασιώσεις.
Δία πατέρα, θαμασμός αληθινά μεγάλος
μες στην καρδιά μου θρόνιασε!
δεν είναι οι αρρώστιες κι οι πληγές μόνον ολέθριες
στη ζωή μας κι άλλος ένας οχτρός μας
κάνει το κακόν από μακριά σαν τούτο το πλάσμα,
που κι αν χάλκινον, αφέθηκε απ΄της Μήδειας της μάγισσας
τη δύναμη να πέσει κάτω. Τι ήταν αυτό το θάμα!...»

Ο μύθος εξηγεί πως ο φόνος του Τάλω δεν ήταν αναίτιος, αφού έθετε σε κίνδυνο τη σωτηρία της Μήδειας. Ως προς το κίνητρο ήταν πράξη παρέμβασης στις εξωτερικές συνθήκες, που σκοπό είχαν να οδηγήσουν τα πράγματα προς όφελος του ανθρώπου, εδώ συγκεκριμένα της Μήδειας. 
 
 
Δείχνει επίσης πως η μαγεία ήταν ένα είδος τεχνικής, μια μυστική γνώση, που μπορούσε να χρησιμοποιηθεί από τον μάγο υπό την ανάγκη εξαιρετικών περιστάσεων: μ-άγω. Το (μ) εκφράζει την έννοια μαία-μάμη, μια περιγραφική παραγωγή που οδηγεί στο λογικό επιχείρημα πως, με το μαία-άγω, εννοείται κάτι που οδηγείται στη γέννηση του, στην αρχή απ΄όπου δημιουργήθηκε, στην αρχή απ΄όπου πήρε μορφή, στην αρχική πηγή. Η ίδια η λέξη υποδηλώνει την ιδιότητα του μέσου που κατέχει η Μαγεία στην διαδικασία εκπλήρωσης της ανάγκης που την δημιούργησε. Διότι η Μαγεία δεν εστερείτο σκοπού. 
 
Αβορίγινες της Αυστραλίας
Η Μαγεία αποτέλεσε την απαρχή της θρησκείας, που σημαίνει ότι η ενστικτώδης αίσθηση εσωτερικής συνέχειας του ανθρώπου με τον κόσμο γύρω του πήρε πλέον μορφή μέσα από τη μαγική αντίληψη και την Τέχνη. Η μορφή αυτή μπορεί να φαίνεται λίγο παράξενη, όμως στην πρακτική και στη συναισθηματική του ζωή τα αποτελέσματά της ήταν απολύτως πραγματικά. Κατά δεύτερο λόγο, η Μαγεία αποτελεί την αρχή της Επιστήμης.
 
 
 Ήταν η πρώτη προσπάθεια του ανθρώπου να μπορέσει να κατανοήσει, και όχι απλώς να αισθανθεί, το μυστήριο των πραγμάτων. Όπως σημειώνει ο Carpender[2], στο βαθμό που η μαγεία αντιπροσώπευε την πρώιμη μορφή δεισιδαιμονίας και θρησκείας, ο μάγος είχε δύναμη πάνω στις καρδιές των ανθρώπων, εξουσιάζοντας τις ελπίδες και τους φόβους τους. Στο βαθμό που αντιπροσώπευε την πρώιμη επιστήμη και τις απαρχές της γνώσης, η μαγεία ενέπνεε στους ανθρώπους μια αίσθηση δύναμης, δίνοντας μορφή στη ζωή και τα ήθη του.
Αυτήν τη μαγική πεποίθηση τη συναντάμε ακόμη και σήμερα σε εντελώς πρωτόγονους πληθυσμούς. Ο καλύτερος τρόπος για την κατανόηση της αντίληψης του προϊστορικού ανθρώπου, είναι η παρατήρηση των συνηθειών και των αντιλήψεων των διάφορων σύγχρονων πρωτόγονων λαών με τους οποίους εμφανίζουν πολλά κοινά σημεία. Ένας τέτοιος λαός είναι οι Αβορίγινες, αυτόχθονες Αυστραλοί, που ζουν σχεδόν σε συνθήκες παλαιολιθικής εποχής. 
 
 
 
Ο Αυστραλός δεν καταπατάει ποτέ την περιοχή των γειτόνων του, αφού κατά τη γνώμη του, κατοικείται από τα πνεύματα των προγόνων τους κι επομένως θα ήταν γι΄αυτόν άχρηστη κατοχή. Από την άλλη, οι Αυστραλοί δε συνδέουν συνήθως το θάνατο με φυσικές αιτίες, αλλά με τη μαγική επίδραση κάποιου εχθρού. Αυτό, φυσικά, προκαλεί αναταραχή, γιατί αν ο γιατρός της φυλής κατονομάσει τον εχθρό, συλλαμβάνεται και θανατώνεται.
 
 
 
 Ο φόβος του μαγικού υπήρξε πάντα πολύ ισχυρός στις ψυχές των πρωτόγονων λαών. Ο σκοπός της μαγικής αντίληψης, όπως και κάθε μεταγενέστερης θρησκείας, ήταν η ένωση του κόσμου και του ατόμου κάτω από μια απόλυτη θεϊκή ιδέα, σε ένα κόσμο, όπου ο άνθρωπος εμφανίζεται ως «εντεταλμένος» διαχειριστής του. Συμπεραίνεται πρόδηλα πως, η μαγική αντίληψη είναι η αρχή και η βάση όλων των θρησκειών και των επιστημών του χθες, του σήμερα και του αύριο. 
 
 
Ποια είναι όμως η αληθινή φύση της μαγικής αντίληψης; Κατά τον Carpender[3]: «Παρά την πίστη εκείνης της εποχής στα πνεύματα και παρά την ισχυρή αίσθηση ότι τα πάντα έσφυζαν από ζωή, θεοί, με τη σύγχρονη έννοια του όρου, ουσιαστικά δεν υπήρχαν». Πράγματι, δεν υπήρχε τότε η ιδέα κάποιων όντων, που κατοικούν κάπου ψηλά και καθορίζουν από μακριά τις τύχες των ανθρώπων στη γη, αφού αυτή η ιδέα του θείου είναι προϊόν της μεταγενέστερης πολιτισμικής εξέλιξης. 
 
 
 
Χωρίς αμφιβολία, όμως, η σύλληψη αυτή θα είχε αρχίσει να σχηματίζεται, αλλά βρισκόταν ακόμη σε πολύ πρώιμο στάδιο. Ωστόσο, αν ο περιγραφικός ορισμός της θρησκευτικής συνείδησης είναι η πίστη σε μια αντικειμενική δύναμη, που βρίσκεται έξω από τον άνθρωπο, τότε η μαγική αντίληψη ήταν για αυτόν η έκφραση μιας ιδέας απόλυτα θρησκευτικής. 
 
 
 
Η μαγική αντίληψη διαπνέεται από την απόλυτη πίστη στην επίτευξη του σκοπού για τον οποίο γίνεται η μαγεία, μέσω της επίδρασης των μεταφυσικών δυνάμεων στην ψυχή του θύματος. Αυτή η ψυχή είναι που ο Read[4] ονομάζει στο βιβλίο του ζωτική αρχή, μια ζωντανή «ψυχή», εμπνεόμενος από την ανθρωπολογία που θέλει να χρησιμοποιεί για αυτήν τον επιστημονικό όρο ανιμιστική αντί «μαγική»: «…η ανθρωπολογία μας έδωσε και τη λέξη «ανιμιστική», που την προτιμώ από τη «μαγική» γιατί δεν συνεπάγεται αναγκαία κάποια απόκρυφη δύναμη που επενεργεί πάνω μας, παρά υπονοεί απλώς ότι υπάρχει στο αντικείμενο μια ζωτική αρχή, μια ζωντανή «ψυχή».
Ο πρωτόγονος, αντίθετα, αυτή την ζωντανή «ψυχή» που ένας ορθολογιστής την εννοεί μέσα στα πλαίσια της σωματικής της λειτουργίας, την συνέλαβε ως πνεύμα. Για αυτό τα μέσα που χρησιμοποιεί η μαγεία, είναι οι αόρατες δυνάμεις και τα πνεύματα που επικαλείται με τη μεσολάβηση της τέχνης και την κατασκευή ομοιωμάτων και εικόνων (κάθε πνεύμα για να λειτουργήσει τη δύναμη του χρειάζεται ένα υλικό σώμα), μαγικών ξορκιών με λέξεις που περιέχουν τρομερή δύναμη και δια μέσω λατρευτικών τελετών και χορών που μιμούνται τις κινήσεις των θηραμάτων.
 
 
Σαμανική τέχνη των σπηλαίων

Το άτομο αναπαριστούσε το ρόλο που επιθυμούσε να επιτύχει, πιστεύοντας ότι έτσι μετέφερε τη δική του ενέργεια σε κάποιον ή σε κάτι άλλο. Αυτό το δυναμικό ψυχικής ενέργειας ανανεωνόταν κάθε φορά που γινόταν η μαγική τελετή. Ο αρχηγός της φυλής, ο μάγος ή ο καλλιτέχνης, σχεδίαζαν ένα ζώο και κάποιος έριχνε μετά τα βέλη που υποτίθετο ότι το σκότωναν. Μετά έβγαιναν στο κυνήγι και σκότωναν ένα πραγματικό ζώο, που το είχε υποτάξει η μαγεία του καλλιτέχνη. 
 
 
 
Αυτό ονομάζεται Συμπαθητική Μαγεία. Μπορεί, βέβαια, ο άνθρωπος να ολοκλήρωνε τη διαδικασία του κυνηγιού, σκοτώνοντας το ζώο, αλλά σύμφωνα με την πίστη του το αποτέλεσμα ήταν εξασφαλισμένο εκ των προτέρων, μέσω της εξ αποστάσεως μαγικής επίδρασης στην ψυχή του θύματος, επίδραση που είχε πνευματική φύση.
 
 
 Σε όλες αυτές τις μαγικές εκδηλώσεις, λέει ο Carpender, υπήρχε «η ίδια ιδέα, η ίδια αίσθηση οικειότητας και ενότητας με τον έξω κόσμο, η ενστικτώδης πεποίθηση ότι το ανθρώπινο πνεύμα μπορεί να κυβερνήσει τον κόσμο, αρκεί ο άνθρωπος να βρει την κατάλληλη τελετή, την κατάλληλη λέξη, το κατάλληλο ξόρκι»[5]. Πάνω από όλα όμως χρειαζόταν πίστη και την πίστη αυτή, που ο σύγχρονος ορθολογιστής έχει χάσει, ο προϊστορικός άνθρωπος την είχε σε πλεόνασμα.
Είναι σημαντικό να υπενθυμίσουμε, ότι στην μαγική αντίληψη η χρήση ψυχεπιδραστικών βοτάνων και ψυχότροπων φυτών και ουσιών ήταν μια συνηθισμένη τελετουργική πρακτική των σαμάνων και των μάγων. Η παράδοση αυτής της βοτανικής γνώσης από τους μάγους-θεραπευτές στους διαδόχους τους, απηχεί πιθανόν το διατροφικό παρελθόν του ανθρώπου που ήταν βασισμένο στα φυτά και στους καρπούς.
 
 
 Οι ψυχίατροι έχουν αναφερθεί επισταμένως στο ζήτημα της νευροψυχικής τους επίδρασης, οπότε η αναφορά μας θα είναι διαφορετική. Το ενδιαφέρον μας επικεντρώνεται στη μεταφυσική τους διάσταση, στην απελευθέρωση της φαντασίας, στο ότι αποτελούσαν ουσιαστικό μέρος της τελετουργίας, αφού η χρήση τους «άνοιγε» τις οδούς επικοινωνίας των πιστών με την θεότητα και τον κόσμο των πνευμάτων. Από πολύ νωρίς οι θρησκείες και οι τελετουργίες πολλών λαών, συνδέθηκαν με την χρήση αυτών των ιδιαίτερων φυτών και τους απέδωσαν θεϊκή προέλευση και «μαγικά» χαρακτηριστικά. 
 
 
Παραδείγματα υπάρχουν πολλά: το φυτό της κοκαΐνης στους πολιτισμούς της Ν. Αμερικής, η ντάτουρα, η μαριχουάνα και τα μανιτάρια στους ινδιάνους του Μεξικό, ενώ γνωστή είναι η περίπτωση της Πυθίας στο μαντείο των Δελφών που έδινε χρησμούς υπό την επήρεια των καιγόμενων φύλλων της δάφνης. Ανάλογες αναφορές στην εκστατική μέθη που προκαλούν μέσω των αισθήσεων, όσφρηση ή γεύση, υπάρχουν για τους μύστες των Μυστηρίων και τους επισκέπτες των νεκρομαντείων, ενώ άλλες ήταν και είναι ακόμη, οι αρωματικές ρητίνες και το λιβάνι, τα φυτά βασιλικός, κισσός, άμπελος, κρόκος, μανδραγόρας, παπαρούνα (μήκων), κάνναβη, ερινεός[6] κ.α, που όλα χρησιμοποιήθηκαν στις θρησκευτικές τελετές ως μέσα προσέγγισης του θείου ή ως ιερά σύμβολα. 
 
 
Σαμανική σπηλαιογραφία της Αυστραλίας, 28.000 ετών

Επέλεξα αυτό το σημείο για να αναφερθώ και σε μια άλλη πλευρά του ζητήματος, που φωτίζεται μέσω μιας ετυμολογικής σχέσης στην ελληνική γλώσσα, που μας υποχρεώνει να την εξετάσουμε. Πρόκειται για την άμεση ταύτιση της ρίζας μαγ- στα ονόματα δυο φαινομενικά άσχετων δραστηριοτήτων, στις λέξεις μαγ-εία και μαγ-ειρική. Είναι φανερό ότι οι δυό έννοιες συνδέονται. 
 
 
Είναι πιθανόν πως η λέξη μαγειρική, που σήμερα διατηρεί μόνο το πρακτικό της νόημα, είχε αρχικά μαγική σημασία. Σχετιζόταν με την παρασκευή διάφορων ιερών φαγητών, που ήταν συνδεδεμένα με την θεότητα και παρασκευάζονταν κάθε φορά με συστατική ακρίβεια, για να καταναλωθούν κατά τις ημέρες των εορτασμών.
Το κοινό γεύμα, συνήθως το ιερό θύμα της θυσίας που είχε ταυτιστεί με την θεότητα, ήταν ένα ακόμη μέσο για να επιτευχθεί η ενότητα και για να αφομοιωθούν οι ιδιαίτερες θεϊκές δυνάμεις. Μετά από την θυσία, η συνεστίαση των συμμετεχόντων-πάντα κοντά στον ιερό χώρο- επισφράγιζε την τελετή, και η μαγειρική ως μέθοδος παρασκευής του ιερού γεύματος, ήταν λειτουργικό μέρος της τελετής, τόσο στους προϊστορικούς όσο και στους ιστορικούς χρόνους, και σε πολλές περιπτώσεις είναι και σήμερα. 
 
 
Η υπόθεση αυτή, αιτιολογεί τον αρχικό διαχωρισμό της έννοιας της μαγειρικής ως μιας μαγικής πρακτικής, σε διάκριση από την συνηθισμένη παρασκευή του φαγητού για επιβίωση. Επειδή είναι ανάλογες ως προς την διαδικασία, το μόνο στοιχείο που τις διαφοροποιεί είναι το ιερό, κάτι που δηλώνεται με την λέξη μαγ-ειρική. Όταν υποχώρησε η μαγεία, εξαιτίας των νέων θρησκευτικών αντιλήψεων, ξεχάσθηκε και η αρχική σημασία της λέξης, που απλά διασώθηκε ως προσδιορισμός της καθημερινής πρακτικής.
Βραχογραφία με μαγικά σύμβολα
Και βέβαια, σημαντικά ερωτήματα σχετικά με την μακραίωνη άσκηση της μαγείας επανέρχονται πιεστικά. Γιατί να επαναλαμβάνει κανείς αδιάκοπα μια άσκοπη και μάταια μέθοδο, αν όντως ήταν τέτοια; Πόσο πιθανό είναι να είχε επιβιώσει η μαγική πρακτική μέσα στις χιλιετίες, αν δεν είχε αποδειχθεί εμπειρικά η αξία της και η αποτελεσματικότητά της, όπως συμβαίνει με όλες τις ανθρώπινες δραστηριότητες και τα πράγματα στη ζωή;
 
 
 
 Για παράδειγμα, η εξέλιξη των εργαλείων θα είχε συνεχιστεί, αν τα εργαλεία δεν είχαν αποδείξει στην πράξη την χρησιμότητά τους στον αγώνα της επιβίωσής του; Είναι βέβαιο πως όχι. Το ίδιο ακριβώς ίσχυσε για τη μαγεία και για την τέχνη.
Συνήθως οι απαντήσεις που δίνονται περιορίζουν το ζήτημα στο μονοδιάστατο επίπεδο της ψυχολογικής λειτουργίας του υποκείμενου. Σύμφωνα με αυτές, η μαγική αντίληψη ήταν μια επινόηση της συνείδησης, ένα μέσο ψυχολογικής ενδυνάμωσης ή ένα αποτέλεσμα αυθυποβολής.
 
 
 
 Και οι τρεις περιπτώσεις καταλήγουν στο συμπέρασμα πως η μαγική ή θρησκευτική πίστη, κινείται στη σφαίρα της πλάνης, όμως δεν μπορούν να εξηγήσουν την παγκοσμιότητα του φαινομένου, ούτε το γεγονός πως συνεχίζει ακόμη και σήμερα να επιβιώνει στις προηγμένες κοινωνίες του τεχνολογικού 21ου αιώνα.
Στην πραγματικότητα η ίδια η τεχνολογία, τείνει να μετατραπεί σε μαγεία και οι επιστήμονες σε μάγους ή ιερείς της, όπως φαίνεται και από την ενθουσιώδη στάση απέναντι στις δυνατότητες των τεχνολογικών επιτευγμάτων. Το ίδιο, όμως, συνέβαινε και με τους πρωτόγονους σε σχέση με τα μέσα που εκείνοι διέθεταν και που ένα από αυτά ήταν η μαγεία. Η αδιάκοπη εφαρμογή αυτής της μαγικής μεθόδου, δείχνει πως η πίστη του πρωτόγονου στη μαγική δύναμη της τέχνης του, είχε για εκείνον τη θέση μιας απόλυτης αλήθειας, που στις μέρες μας, ωστόσο, θεωρείται αφελής. Όμως αλήθεια είναι συχνά αυτό που δεν έχει ακόμη διαψευστεί.
(Το κείμενο αποτελεί  μέρος της μελέτης μου με τον τίτλο:
«ΤΑ ΦΥΣΙΚΑ ΠΡΟΤΥΠΑ ΣΤΗΝ ΤΕΧΝΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΘΡΗΣΚΕΙΑ «Μια επισκόπηση της ανάπτυξης του πολιτισμού».
Α΄ Μέρος: ΠΡΟΪΣΤΟΡΙΑ, Κεφ. 4.  Η  ΜΑΓΕΙΑ ΚΑΙ Η ΜΑΓΙΚΗ ΑΝΤΙΛΗΨΗ, παρ. 4.2)
http://peritexnisologos.blogspot.gr


[1] ΑΠΟΛ: «Αργοναυτικά» στιχ. 1636-1689.  (Μετάφραση: Αναστ. Βόλτης). Μέσα από τις πολλές μυθολογικές αναφορές που σχετίζονται με την άσκηση της μαγείας, αυτός ο μύθος έχει ένα επιπλέον παράδοξο χαρακτηριστικό. Ο χάλκινος γίγαντας Τάλως, δημιούργημα του Ηφαίστου, είναι καθαρό προϊόν της θεϊκής τεχνολογίας, που από κάποιους θεωρείται πως ήταν το πρώτο ρομπότ. Είναι πανίσχυρος, αλλά έχει ένα τρωτό σημείο στον αστράγαλο, το οποίο εκμεταλλεύεται  η μαγική δύναμη της Μήδειας για να τον εξοντώσει. Μια ελεύθερη, όσο και υποθετική ερμηνεία του μύθου, θα μπορούσε να σημαίνει, ότι η αρχαία γνώση (η μαγική δύναμη) μπορεί να υπερνικήσει την νέα γνώση (την τεχνολογία). Ο μύθος  αποδίδεται με εξαιρετική ζωντάνια σε ερυθρόμορφο αγγείο του 400 π.Χ. (Ruvo, Museo Jatta), όπου η Μήδεια εικονίζεται να σκοτώνει τον τρομερό Τάλω με την έντονη βάσκανη ματιά της υπό το βλέμμα του Ποσειδώνα και της Αμφιτρίτης.
[2] EDWARD CARPENTER: «Παγανισμός και Χριστιανική Θρησκεία», σ. 66-67
[3] EDWARD CARPENTER: (ό.π., σ. 69)
[4] H. READ: «Η Τέχνη σήμερα», (ό.π., σ. 166)
[5] EDWARD CARPENTER: (ό.π., σ. 69)
[6] Βλέπε: Σ. ΒΑΛΛΑ: «Μινω-μυκηναϊκός Διόνυσος» Εκδ. Λιβάνη-Αθήνα 1993.

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...